ευαρμοστώ

ευαρμοστώ
(ε) αμετ. подходить, соответствовать; приличествовать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ευαρμοστώ" в других словарях:

  • ευαρμοστώ — (ΑΜ εὐαρμοστῶ, έω) [ευάρμοστος] προσαρμόζομαι καλά, ταιριάζω, είμαι καλά προσαρμοσμένος αρχ. 1. είμαι καλά αρμονισμένος ή συντεθειμένος 2. έχω την έκταση που αρμόζει 3. συμφωνώ σε κάτι με κάποιον, συμβιβάζομαι …   Dictionary of Greek

  • εὐαρμόστῳ — εὐάρμοστος well joined masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»